Translate this Page

CypriotBlogs για το Android

Scan this
qrcode

Sraosha

Mar 272011
 

Άρθρο από το blog: Γλωσσογραφίες:

Δε χρειάζεται να εξηγήσει κανείς γιατί η αρχαία γλώσσα μας θεωρείται εθνικός θησαυρός, και μάλιστα αδαπάνητος και αναπαλλοτρίωτος: θα ήταν επίσης σπατάλη χώρου και αναγνωστικού χρόνου να εκθειάσει κανείς τη σημασία της ή το πόσο κεφαλαιώδη κείμενα γράφτηκαν σε αυτή. Αν αρμόζει η μεταφορά, η αρχαία ελληνική είναι μια θαυμαστή χώρα, όμορφη και συναρπαστική.

Ωστόσο είναι ξένη χώρα. Προτού αγανακτήσει ο αναγνώστης ή ξεκινήσει να γράφει κάποια επιστολή διαμαρτυρίας, να εξηγηθώ: δε λέω ότι ανήκει στους ξένους, αλίμονο, άλλωστε την αποκάλεσα αναπαλλοτρίωτη πιο πάνω. Στο κάτω κάτω, οι γλώσσες στους ομιλητές τους ανήκουν τελικά. Την αποκαλώ ξένη από την άποψη του πόσο οικεία (δε) μας είναι: η Αρχαία μάς είναι απροσπέλαστη γραμματικά, εκτός και αν της αφιερώσουμε πολλή και κοπιώδη μελέτη, ενώ το λεξιλόγιό της κάποτε μας ξεγελάει, κάποτε κάτι μας θυμίζει, αλλά σπάνια μας είναι αναγνωρίσιμο χωρίς λεξικό. Όμως ας τα παραμερίσουμε όλα αυτά· ας αφήσουμε πίσω μας ακόμα κι ότι διαβάζουμε τα Αρχαία στην έντυπη εκδοχή της μικρογράμματης μορφής τους (καινοτομίας των βυζαντινών, αφού μέχρι τότε μόνον κεφαλαία υπήρχαν). Τουλάχιστον, η «τρομερή μας η λαλιά» θα μας ήταν οικεία σαν άκουσμα αν, παρά τις περικοπές στους πόρους για την Παιδεία, απορροφούσαμε ένα κονδύλιο για την κατασκευή μιας χρονομηχανής και μεταφερόμασταν στην Αθήνα του Σοφοκλέους, του Θουκυδίδου ή και του Αριστοτέλους.

Όχι. Δυστυχώς και εδώ, ιδίως εδώ, η Αρχαία θα μας ήταν αγνώριστη. Θα μας φαινόταν όχι μόνον ακατάληπτη στην προφορική της μορφή αλλά κι εντελώς ξενόφωνη. Τους χαρακτηριστικούς φθόγγους χ, γ, θ, δ, φ και β της νέας ελληνικής δε θα τους βρίσκαμε πουθενά, ο συνωστισμός μακρών φωνηέντων, βραχέων φωνηέντων και διφθόγγων (μερικών γνώριμων σε εμάς μόνον από ξένες γλώσσες) μέσα στα στόματα των ομιλητών θα μας ξένιζε οπωσδήποτε. Η κάπως σουηδόφωνη προσωδία της Αρχαίας με τα όντως μακρά και και τα όντως βραχέα αλλά και τους μουσικούς τόνους να ανεβαίνουν (οξεία) και να ανεβοκατεβαίνουν (περισπωμένη) θα μας έκανε να αναρωτιόμαστε μήπως η χρονομηχανή δε μας ταξίδεψε μόνο στον χρόνο αλλά και στον χώρο. Κα ποιος ξέρει τι άλλο, που χάθηκε μετά από 24 αιώνες σιωπής και μόνο γραπτής επιβίωσης της Αρχαίας. Μιας γλωσσικής ποικιλίας η οποία, μέσα από την Κοινή, διαμόρφωσε τη δική μας και, σε μεγάλο βαθμό, τον κόσμο όλο.

Δε θα μπορούσε όμως να έχει λειτουργήσει η καθαρεύουσα ως γέφυρα μεταξύ Αρχαίας και Νέας; Η καθαρεύουσα, αλλά και γενικά η προσέγγισή μας στην Αρχαία, ήταν βαθιά ανιστορική. Όπως μας δίδασκε η Μάρω Κακριδή-Φερράρι όταν ήμασταν φοιτητές, δε γίνεται να αναστήσεις τη μορφολογία και το συντακτικό μιας γλώσσας με τόσο διαφορετική προφορά από τη δική σου. Κοινώς, αν η καθαρεύουσα επικρατούσε, θα ήμασταν τουλάχιστον καταδικάσμένοι να μπερδεύουμε ημάς με υμάς. Παρόμοιες διαπιστώσεις έκαναν και οι λόγιοι που, ενώ ξεκίνησαν να αναβιώσουν τη βιβλική εβραϊκή στην Παλαιστίνη των αρχών του 20ου αιώνα, έγιναν κάποιοι από αυτούς μάρτυρες της δημιουργίας μιας καινούργιας ποικιλίας, της σύγχρονης εβραϊκής. Στη δική μας περίπτωση, η καθαρεύουσα ξεκίνησε ως πανελλήνιο διδακτικό πείραμα γλωσσικής αναβίωσης αλλά κατέληξε τροφοδότης λογαριασμός της σύγχρονης γλώσσας με λεξιλογικό πλούτο – αλλά και με πολλή επιπόλαια ή και επίπλαστη λογιοσύνη: τις ελληνικούρες. Δεν νομίζω πως θα μπορούσε να είχε γίνει κι αλλιώς.

Γενικότερα, δεν πρέπει να μας ξεγελάει η σχετική αναγνωρισιμότητα που δίνει στην Αρχαία ο τρόπος γραφής της: η νέα ελληνική και η αρχαία ελληνική μοιάζουν και μπορούν να γίνουν αντιληπτές ως δύο στάδια μιας αδιάσπαστης συνέχειας μόνο χάρη στη φιλολογική, στη γλωσσική και (τον τελευταίο ενάμισυ αιώνα) στη γλωσσολογική ανάλυση.

Και όπως πάντοτε, από την ξένη χώρα που λέγεται παρελθόν παίρνουμε βεβαίως ό,τι χρειαζόμαστε αλλά και μόνον ό,τι είμαστε σε θέση να πάρουμε.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 26ης Μαρτίου 2011] Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: Γλωσσογραφίες.

Feb 202011
 

Άρθρο από το blog: Γλωσσογραφίες:

Ο ανηψιός μου βλέπει πολλή τηλεόραση. Το γεγονός αυτό δε με ανησυχεί ιδιαίτερα, άλλωστε ανήκω στην πρώτη γενιά που μεγάλωσε με τηλεόραση στην Ελλάδα και όταν ήμουν μικρός δεν ξεκολλούσα από μπροστά της, ενώ ήξερα απ’ έξω τις διαφημίσεις, τα διάφορα σήριαλ, κτλ. Ωστόσο δε με έβλαψε ιδιαιτέρως η προσήλωσή μου στο χαζοκούτι, παρ’ όλα όσα θρυλούνταν τότε κι αργότερα.

Ο ανηψιός μου, που θα κλείσει τα τρία τον Μάιο, είναι πάντως πιο τυχερός από εμένα, αφού σήμερα υπάρχουν πάρα πολλές παιδικές εκπομπές που απευθύνονται σε συγκεκριμένες ηλικίες και με σαφείς εκπαιδευτικούς σκοπούς: να αναπτύξουν την προσοχή, την εφευρετικότητα και την παρατηρητικότητα των παιδιών, να εξασκήσουν τις μουσικές δεξιότητές τους ή να τα εξοικειώσουν με μουσική πέρα από τον καθημερινό θόρυβο, να τους εμπλουτίσουν το λεξιλόγιο, να τους βοηθήσουν να μάθουν ξένες γλώσσες κ.ο.κ.

Ας δούμε λίγο αυτό το τελευταίο. Πολλές παιδικές εκπομπές αφηγούνται ιστοριούλες των οποίων οι χαρακτήρες επαναλαμβάνουν πολλές από τις λέξεις-κλειδιά και στα αγγλικά. Στην αρχή νόμισα ότι παράκουσα, μετά ξενίστηκα, κατέληξα να δυσαρεστηθώ. Να εξηγήσω γιατί.

Ας πούμε ότι σε αυτά τα εκπαιδευτικού χαράκτηρα κινούμενα σχέδια η μικρή εξερευνήτρια ή ο φιλόπονος μάστορας βλέπουν, λ.χ., έναν χιμπαντζή ή ένα σφυρί. Θα πουν αντίστοιχα «κοίτα! ένας χιμπαντζής» ή «να το σφυρί!», ή κάτι τέτοιο. Κι αμέσως μετά θα προσθέσουν «τσιμπανζή» και «χάμερ». Υποθέτω ότι ο σκοπός αυτής της παράθεσης των αγγλικών συνωνύμων μετά από μια καινούργια λέξη είναι να εξοικειωθούν τα ελληνόπουλα με το αγγλικό λεξιλόγιο. Κι ενώ αυτή η πρακτική δε βλάπτει τους μικρούς τηλεθεατές, είναι πάντως εν πολλοίς μάταιη για τουλάχιστον τρεις λόγους.

Πρώτον, οι λέξεις δίνονται με ελληνικότατη προφορά (γι’ αυτό χρησιμοποίησα ελληνικά γράμματα για τα πιο πάνω παραδείγματα), άρα τα νήπια και τα παιδιά μάλλον αδυνατούν να τις ξεχωρίσουν από τις λέξεις της μητρικής τους γλώσσας: κανένα τρίχρονο δεν προβληματίστηκε αν η λέξη ‘μπιμπερό’ ή ‘ασανσέρ’ είναι γαλλικής καταγωγής…

Δεύτερον, η παράθεση «αγγλικών» λέξεων εκτός γλωσσικών συμφραζομένων, δηλαδή «να το σφυρί! χάμερ!» δεν οδηγεί απαραιτήτως τους μικρούς θεατές στο να συμπεράνουν ότι λ.χ. το ‘χάμερ’ θα μπορούσε να είναι συνώνυμο του ‘σφυρί’ σε μια ξένη γλώσσα. Πιθανότατα λοιπόν αγνοούν εντελώς αυτά τα παράξενα εκφωνήματα.

Τρίτον, ακόμα και αν οι αγγλικές λέξεις δίνονταν με τις ορθές προφορές τους (π.χ. «chimpanzee» με παχύ ch στην αρχή, βραχύ ι και μακρό ι στο τέλος κτλ.), είναι πάρα πολύ αμφίβολο ότι ο μικρός τηλεθεατής ή η μικρή τηλεθεάτρια θα μπορούσαν να ταυτίσουν τη σημασία της με την προηγούμενη λέξη. Στην καλύτερη περίπτωση θα εξοικειώνονταν μόνο με την ύπαρξη μιας ξένης γλώσσας, της αγγλικής, αλλά αυτή η εξοικείωση πρέπει να είναι αυτονόητη σε σπιτικά που διαθέτουν τηλεόραση.

Γενικότερα, ούτε οι μικροί, αλλά ούτε καλά-καλά οι μεγάλοι, μαθαίνουμε λεξιλόγιο εκτός συμφραζομένων, πολλώ δε μάλλον με την κάπως μπακάλικη μέθοδο του να παρατίθεται η ξένη μετάφρασή της αμέσως μετά την ελληνική λέξη. Εάν οι μεταγλωττιστές (και, βεβαίως, οι παραγωγοί) των εκπαιδευτικών αυτών εκπομπών συμβουλεύονταν κάποιον ειδικό στη γλωσσική ανάπτυξη, ίσως θα είχαν αποφύγει να ακολουθούν και να εφαρμόζουν τέτοιες ατελέσφορες μεθόδους.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 20ης Φεβρουαρίου 2011] Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: Γλωσσογραφίες.

Dec 052010
 

Άρθρο από το blog: Γλωσσογραφίες:

Δεν πρωτοτυπεί ο Στάθης της Ελευθεροτυπίας όταν διαγινώσκει ότι ο Γιώργος Παπανδρέου πάσχει από κάποιου είδους γλωσσική διαταραχή, και μάλιστα γλωσσική διαταραχή γραμματικού χαρακτήρα. Γράφει λοιπόν στην Ελευθεροτυπία της Δευτέρας 8 Νοεμβρίου ότι «ο εντολοδόχος πρωθυπουργός της Τρόικας Παπανδρέου άρχισε να κλίνει τη λέξη ‘πατριώτης’ σε όλες τις πτώσεις – τις δύο που γνωρίζει».

Παρόμοια σχόλια γράφονται και ακούγονται για τις γλωσσικές του επιδόσεις από τον καιρό που ο Παπανδρέου ήταν απλός υπουργός, ενώ στο παρελθόν διαγνώσεις γραμματικών διαταραχών έχουνε γίνει και για τον Κώστα Σημίτη, για τον Μιλτιάδη Έβερτ και για άλλους πολιτικούς. Δεδομένου ότι δεν είμαι κλινικός γλωσσολόγος (άρα δεν μπορώ να δώσω ασφαλείς γνωματεύσεις σε ζητήματα διαταραχών) ούτε έχω μελετήσει την περίπτωση Παπανδρέου προσεκτικά, απλώς θα τη χρησιμοποιήσω για αφορμή για να μιλήσω για τα γλωσσικά λάθη.

Πράγματι, ακούγοντας κανείς τον πρωθυπουργό, γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι σε κάποια σημεία δε μιλάει στρωτά και αβίαστα. Για παράδειγμα, πολλές φορές επαναλαμβάνει συλλαβές, ενίοτε κομπιάζει ή κάνει σαρδάμ· επιπλέον, σε κάποιες περιπτωσεις ακυρολεκτεί: όταν χρησιμοποίησε την έκφραση «μηδέν εις το πηλίκιο» (αντί για «μηδέν εις το πηλίκο»), χάλασε ο κόσμος. Κάτι που, παρεμπιπτόντως, μαρτυρεί ποιες είναι οι ευαισθησίες και προτεραιότητες μεγάλου μέρους του δημοσιογραφικού κόσμου.
Βεβαίως, αν η γλώσσα που παράγουμε είναι ενδεικτική της νόησής μας, τέτοιες ευαισθησίες και προτεραιότητες είναι δικαιολογημένες: αν η ευφράδεια είναι δείκτης ευφυίας και ευστροφίας, αν ο εκφραστικός πλούτος υποδηλώνει ανεξαιρέτως βάθος σκέψης και ικανότητα για σύνθετη συλλογιστική, ποιος θέλει στο τιμόνι κάποιον που «γνωρίζει μόνο δύο πτώσεις»;

Ωστόσο, οι περισσότεροι αντιλαμβανόμαστε ότι δυσκολία στην ομιλία και γλωσσικά λάθη δε μαρτυρούν απαραίτητα κάποιο νοητικό έλλειμμα. Λόγου χάρη, πολλοί από εμάς (ένα 5 με 10%), αν και με νοημοσύνη μέσα στα κανονικά πλαίσια, πάσχουν από κάποιας μορφής Ειδική Γλωσσική Διαταραχή. Ενδεχομένως εκεί θα αναζητούσαν κάποιοι την αιτία της – ας πούμε – βραδυγλωσσίας του κυρίου Παπανδρέου. Δε θα έσπευδα να συγκαταλεγώ ανάμεσά τους.

Απεναντίας, για λίγο καιρό υποψιαζόμουν ότι όντως οι γλωσσικές δυσκολίες του πρωθυπουργού πήγαζαν από το ότι – όπως ισχυρίζονται κάποιοι – τα ελληνικά δεν είναι ανάμεσα στις μητρικές του γλώσσες. Αυτό ωστόσο θα προϋπέθετε ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου τού απευθυνόταν αποκλειστικά στα αγγλικά όταν ήταν παιδί, πράγμα δύσκολο να πιστέψει κανείς, δεδομένων και των αγγλικών του Ανδρέα: κάποια στιγμή θα κουραζόταν. Τέλος πάντων, έχοντας πρόσφατα πολλές ευκαιρίες να παρακολουθήσω ομιλίες του Γιώργου Παπανδρέου και στα ελληνικά και στα αγγλικά, για τους γνωστούς πολύ δυσάρεστους λόγους, παρατήρησα ότι επαναλαμβάνει συλλαβές, κομπιάζει και κάνει σαρδάμ ακόμα και όταν μιλάει στην αγγλική. Η οποία, μετά από πρόχειρη παρατήρηση, δε φαίνεται να είναι μία από τις μητρικές του γλώσσες. Αλλού φαίνεται να βρίσκεται η αιτία της τάσης του πρωθυπουργού να σκοντάφτει στην ομιλία του και να κάνει (σχετικά) συχνά γλωσσικά λάθη.

Όσοι γνωρίζουν βασικές αρχές γλωσσολογίας (ή, έστω, έχουν αυτό που λέμε κοινό νου) αντιλαμβάνονται τη διαφορά μεταξύ γλωσσικής ικανότητας (της υπόρρητης γνώσης της γλώσσας που έχουμε όλοι) και γλωσσικής πραγμάτωσης. Και όλοι έχουμε πείρα πόσο το άγχος, το τρακ, η κόπωση κτλ. επηρεάζουν τη γλωσσική πραγμάτωση και μας κάνουν να υποπίπτουμε σε λάθη, ανακολουθίες, σαρδάμ κτλ. Αντιλαμβανόμαστε επίσης ότι πολλοί από εμάς, όπως υπαινίχθηκα πιο πάνω, απλώς έχουμε μια γενικότερη δυσκολία στη γλωσσική πραγμάτωση: δε γυρίζει η γλώσσα μας, που λέμε. Αυτή θα υποψιαζόμουν ότι είναι και η περίπτωση Παπανδρέου.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 5ης Δεκεμβρίου 2010] Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: Γλωσσογραφίες.

Oct 042010
 

Άρθρο από το blog: ΗΝΩΜΕΝΑ ΒΟΥΣΤΑΣΙΑ:



1.Χ
Σου γράφω από [...] το ιστορικό κέντρο του Νόβι Σαντ, ξέρεις: εκκλησία, δημαρχείο και στη μέση η πλατεία της αγοράς: Μεσευρώπη. Η Σερβία φαίνεται μια μπαταρισμένη χώρα που έχει δει και καλύτερες μέρες. Ίσως είναι το μέλλον της Ελλάδας, ίσως πώς θα ήταν τώρα η Ελλάδα χωρίς ΕΕ. Πάντως έχει παντού ελληνικές τράπεζες [...] και εταιρείες.

1.Χ
Βγήκα βόλτα έξω. Πολύ ιδιαίτερη αίσθηση. Λίγο σαν Πράγα. [...] Σε λίγο φτάνω στον Δούναβη, που είναι εντυπωσιακός και μυρίζει σαν Πασαλιμάνι. Να τος.

1.Χ
Πρώτο πιάτο: φασολάδα με λουκάνικο. Δεύτερο: κάτι. Πήρα και σαλάτα. Λάχανο, βεβαίως.

1.Χ
Σύντομο ανέκδοτο: άνεργος Σέρβος καρδιολόγος.

1.Χ
Είμαι σ' ένα μπαρ και περιμένω τους συναδέρφους μου. Νιώθω τη γνωστή κούραση που με πιάνει όταν ταξιδεύω μόνος. Τουλάχιστον είδα τον Δούναβη. Μυρίζει σαν Πασαλιμάνι αλλά είναι αρχοντικός. Ίσως τελικά προτιμώ τα ποτάμια από τη θάλασσα: έχουν όρια (όταν δεν ξεχειλίζουν) και πάνε κάπου (έστω και αργά).

Ωραίο το μπαρ. Σαν Εξάρχεια κάπως.

Όλοι αυτοί οι λαοί της Μεσευρώπης λαχταρούνε τη Μεσόγειο. Πολλές φορές με τρόπο γκροτέσκο. Εγώ γεννήθηκα εκεί αλλά βγήκα ζαβός.

[...]

Πολλή ιδιότυπη αυτή η μοναξιά στο ταξίδι, ιδίως άμα δε μιλάει κανείς αγγλικά και δε μιλάς τη γλώσσα: νιώθεις να σου διαφεύγουν ένα σωρό πράματα, ευκαιρίες, μυστικά.

Αυτά προς το παρόν από το Νόβι Σαντ.

3.X
Φεύγω αύριο από το Νόβι Σαντ. [...] To φαΐ είναι τόσο βαρύ εδώ στας Μεσευρώπας που πείραξε μέχρι κι έναν ευτραφή ολλανδοελβετό συνάδερφο και γνωστό γκουρμέ. Άσε που ήπια και νερό της βρύσης και με πείραξε. "Ήπιες χλωριωμένο Δούναβη" είπε η [συμβία]. Αλλά έλα που δεν είναι χλωριωμένος μάλλον... Είμαι απρόσεχτος τελικά.

3.Χ
Έκανα μια βόλτα στην πόλη απόψε κι έχει πολλά ωραία μικρά μαγαζιά για ποτό και φαγητό. Κρίμα που τα ανακάλυψα μόλις τώρα. Αλλά έτσι γίνεται συνήθως, όπως σου ξανάγραψα: χάνεις πολλά και, ακόμα κι αν τα βρεις, τι να τα κάνεις;

Χτες μετά το δείπνο-δυσπεψία πήγαμε 6-7 συνάδερφοι σε ένα κυριλέ μπαρ όπου ένα ποτηράκι ρακής ντόπιας (μπλιαχ) είχε 3 ευρώ, που για εδώ είναι τρελά λεφτά. Τέλος πάντων.

Συμπαθέστατη πόλη. Ποιος ξέρει αν θα ξανάρθω ποτέ.

3.Χ
Σερβική εκκλησία. Καθόλου καρέκλες, μόνο στασίδια γύρω γύρω στους τοίχους. Μια απλή πρακτική ποιμαντική απόφαση διαμορφώνει ριζικά το εσωτερικό των εκκλησιών.

Φαντάστηκα πώς θα είναι [η πόλη] τον χειμώνα. Σκοτεινοί δρόμοι. Δημόσιος φωτισμός ελλιπής αλλά καθόλου σκουπίδια κάτω, άντε καμμιά γόπα.

4.Χ
[συνταξίδεψα με τρεις δεσποτάδες στην πρώτη θέση, με είχαν ακριβώς πίσω τους]

Οι Έλληνες δεσποτάδες, με λιγοστές εξαιρέσεις, συμπεριφέρονται σαν καρδινάλιοι. Όχι τωρινοί καρδινάλιοι -- γερασμένα σχολιαρόπαιδα με τάση να χαζοπαζαρεύουν εύθυμα -- αλλά στριφνοί ή απλώς κατσούφηδες πρίγκηπες της Εκκλησίας που δείχνουν ξεκάθαρα να πιστεύουν ό,τι και ίσως οι περισσότεροι Έλληνες: ότι ο κόσμος τους χρωστάει. Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: ΗΝΩΜΕΝΑ ΒΟΥΣΤΑΣΙΑ.

Oct 032010
 

Άρθρο από το blog: Γλωσσογραφίες:

Σε μια σειρά ομιλιών για το ευρύ κοινό που διοργάνωσε η εφημερίδα Πολίτης στη Λευκωσία, παρουσίασα τρεις διαλέξεις για τη γλώσσα: μια μικρή εισαγωγή στη Γλωσσολογία. Στις πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις που ακολούθησαν ξανακούστηκε η ένσταση ότι οι γλωσσολόγοι, αντίθετα με τους αυστηρούς φιλολόγους, ανεχόμαστε ό,τι να ’ναι στη γλώσσα: και τα «επέλεξε τι θες» και ένα σωρό άλλα τέτοια.

Προσπάθησα να εξηγήσω λοιπόν ότι οι γλωσσολόγοι μελετάμε το γλωσσικό φαινόμενο και τη γλωσσική αλλαγή, τα οποία προσπαθούμε να κατανοήσουμε και να εξηγήσουμε, όχι να τα ρυθμίσουμε (τουλάχιστον όχι συνήθως). Η περιγραφή και η επιστημονική ερμηνεία του γλωσσικού φαινομένου δε συνιστούν βεβαίως τον αντίποδα της γλωσσικής ρύθμισης, όπως καμμιά φορά εσφαλμένα λέμε στους φοιτητές, παρά πρόκειται για κάτι τελείως διαφορετικό. Να το πω κι έτσι: άλλη η δουλειά του βοτανολόγου και άλλη του γεωπόνου.

Ωστόσο, βεβαίως, κάθε μορφωμένος άνθρωπος προβληματίζεται για τα γλωσσικά θέματα. Το κείμενο του Νίκου Ξυδάκη «Το κόνσεπτ, το πρότζεκτ, το μπάτζετ» στην Κ της 19ης Σεπτεμβρίου μιλάει για τα αγγλικά στη σύγχρονη Ελλάδα με τρόπο που αναδεικνύει τη διάσταση της γλώσσας ως πολιτισμικής κατασκευής και της γλώσσας ως φυσικού αντικειμένου. Ο Ξυδάκης επισημαίνει σωστά ότι η αγγλόχρωμη αργκό των νέων είναι εφήμερη: «κάθε γενιά χρειάζεται τη δική της ιδιόλεκτο, μια μυητική αργκό, προσωρινή […]». Εδώ υπενθυμίζω και τις λόγιες γαλλικούρες του πρώτου μισού του 20ου αιώνα ή τα γαλλικά με τα οποία η ρωσική ελίτ επικοινωνούσε τον 19ο αιώνα (όπως αποτυπώνεται και στα μεγάλα ρωσικά μυθιστορήματα της εποχής).

Στη συνέχεια ο Ξυδάκης αναρωτιέται «Γιατί τα αγγλικά κατακλύζουν τον καθημερινό λόγο;». Θα συμπληρώσω τον προβληματισμό του με κάποιες δικές μου εικασίες. Στο άρθρο λοιπόν υπάρχει μια διατύπωση-κλειδί: «τα πλούσια, καλά ελληνικά είναι δύσκολα και σχεδόν ανώφελα οικονομικά-εργασιακά». Εδώ ταιριάζει ωραιότατα ο παραλληλισμός με τις ρωσικές ελίτ του 19ου αιώνα, οι οποίες ναι μεν ρητόρευαν και προβληματίζονταν συστηματικά για τη μοίρα της Ρωσίας στον κόσμο και για τη μεγάλη αποστολή της, όμως παράλληλα θα επιθυμούσαν (και ενίοτε το έπρατταν) να βρίσκονται κάπου αλλού και να είναι κάποιοι άλλοι. Υποθέτω λοιπόν ότι τα ελληνικά είναι ντεπασέ οικονομικά-εργασιακά, όχι λόγω της παγκοσμιοποίησης και της επικράτησης αγγλικής ορολογίας στον χώρο των επιχειρήσεων, ούτε βεβαίως επειδή υφίσταται ενδεχόμενο «εγκατάλειψης της μητρικής γλώσσας». Ο λόγος που ακούμε τόσα αγγλικά είναι επειδή οι ελίτ που τα μασουλάνε θα ήθελαν κατά βάθος να είναι αμερικάνοι ή και τα αμερικανάκια που πρόθυμα χλευάζουν: αμερικάνοι οικονομικά και πολιτικά, ίσως και κοινωνικά και πολιτισμικά. Κάπως έτσι συνέβη και με τα γαλλικά παλιότερα.

Ενδεχομένως να πλανώμαι, επαναλαμβάνω ότι εικασίες κάνω. Όμως, όπως τόνισα και στις διαλέξεις, η Γλωσσολογία μάς προπονεί στο να ξεχωρίζουμε τη γλώσσα ως πολιτισμική κατασκευή, συστατικό ταυτότητας και εργαλείο κοινωνικοπολιτικής χειραφέτησης ή εξουσιασμού, από τη γλώσσα ως φυσικό αντικείμενο, πανανθρώπινο κτήμα και φαινόμενο γνωστικού χαρακτήρα μέσα στην ποικιλότητά του. Έτσι, στο θέμα μας, πριν μελετήσουμε τους κοινωνικούς παράγοντες που ευνοούν τον δανεισμό και την προσφυγή στην εναλλαγή κωδίκων πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε τους ενδογλωσσικούς μηχανισμούς του δανεισμού και της εναλλαγής κωδίκων: «[αγγλικά ουσιαστικά] δεμένα με λίγα ελληνικά ρήματα», λέει ο Ξυδάκης. Συνήθως γουίθ στρονγκ γκρηκ άξεντ, επίσης.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 3ης Οκτωβρίου 2010] Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: Γλωσσογραφίες.

Sep 192010
 

Άρθρο από το blog: ΗΝΩΜΕΝΑ ΒΟΥΣΤΑΣΙΑ:



Ακολουθεί μουσικοκριτική της πλάκας.

Εισαγωγικά, νομίζω ότι όποιος ακούει το 'Θα σημάνουν οι καμπάνες' και δεν του ανεβαίνει κάτι μέσα του (κόμπος, σκίρτημα, λυγμός, αναστεναγμός, μεγάλος κόμπος)
α. είτε δεν είναι Έλληνας, οπότε δε μετέχει των ημετέρων ιδεασμών και συλλογικών νευρώσεων
β. είτε είναι φασιστόμουτρο
γ. είτε έχει μπουχτίσει τόσο πολύ τον Θεοδωράκη-περσόνα να λέει τις σάχλες του, που δεν μπορεί, τι να κάνει κι αυτός.

Η αυθεντική εκτέλεση (άκου κάτωθι βίντεο) δεν είναι σπουδαία. Πρώτον, έχει τον Μπιθικώτση, που τραγουδάει σαν υδραυλικός από τα Σεπόλια που περιγράφει ποδοσφαιρικόν ματς Αγροτικού Αστέρα-Προοδευτικής, προσφορά της Κολυνός. Το νεκρόφιλο ποιητικό όραμα του αποσπάσματος είναι τόσο ευρύ, τόσο σαρωτικό, τόσο στιλπνά ανατριχιαστικό, με έναν τόνο τόσο χωμάτινο αλλά και τόσο εαμικά απολυτρωτικό, που ο στόμφος του Μπιθί περισσεύει και πασαλείβει. Για να καταλάβουν και οι νέοι μας που μας διαβάζουν πώς αισθάνομαι την εκτέλεση του Μπιθί, είναι σαν να είσαι 19, να γυρίσεις με το κινητό σου το πιο καυλιάρικο, παθιασμένο και τρυφερό σεξ της 6ετούς ερωτικής ζωής σου (ναι, μάνα, τότε αρχίζουνε τα παιδιά πια), και μετά να βάλεις από πάνω τον σπυριάρη όλο λόγια φίλο σου τον Μπάμπη να το ντουμπλάρει με σχόλια τύπου "πώπω γαμήσια, δώσ' της, αγόρι μου, ε ρε γλέντια, κοίτα μία..." -- και τα λοιπά.



Η αυθεντική εκτέλεση όμως έχει ένα προνόμιο: τη σχεδόν μέταλ ενορχήστρωσή της, και δη όταν οι Μπλακ Σάμπαθ δοκίμαζαν ακόμα τον πρώτο τους μπάφο στον καμπινέ του σχολείου που δεν πήγαν. Ακούστε έτοιμα κομμένα ριφ τρελά στο 0:40, το δε σόλο που έρχεται καπάκι στο 1:03 μπορεί να το πειράξει και να το κάνει μούρλια μέχρι και η σχολική μπάντα μας, οι Nekrodeath. Τον επικό ροκ οργασμό στο 2:03 με τα ντραμς θα πούλαγαν τη μάνα τους οι Deep Purple για να τον έχουνε γράψει, άσε που θα τον έπαιζαν ιδανικά. Και τα λοιπά.

Αντί λοιπόν για μέταλα, παίρνουν το τραγούδι οι Μπλεεεεε. Να ομολογήσω ότι μετά την Τσάτσου δε μου αρέσουν και να ομολογήσω επίσης ότι αυτό δε θα έπρεπε να το λέω γιατί από τους Μπλε με χωρίζει ουάν ντιγκρί οφ σεπερέισον. Οι Μπλε λοιπόν μάς έδωσαν πέρσι αυτό:



Δεν είναι κακό, έχει μάλιστα και τις ευλογίες του ίδιου του Μίκη (ό,τι κι αν σημαίνει πια αυτό). Αλλά, ρε παιδιά, δεν. Πρώτα πρώτα, ακούγεται, αναπόφευκτα ίσως, δεδομένου του φορτίου που κουβαλάει το άσμα και του ποπ είδους που επιλέχτηκε, σα μετασοβιετικά ποπάκια που λατρεύουν οι ρώσοι φίλοι μου και που τους πωρώνουν. Δεύτερον, γιατί ακούμε τις καμπάνες μέσα στο τραγούδι; έρχονται (πάλι) οι AC/DC; Τρίτον, ηλεκτρικό βιολί για σόλο; Βάλτε σύνθι να του μπουμπουνίσουνε τον αδόξαστο, δεν είστε κι ο Αγγελάκας. Και πάμε στο 2:43.

Έχω ξεπατωθεί να πηγαίνω θέατρο εδώ και τρία χρόνια κι έχω παρατηρήσει ότι οι νέοι ηθοποιοί μας, εεε, δεν ξέρουνε να απαγγέλλουν (όταν μπορούνε βεβαίως να αρθρώσουν). Δεν μπορούνε να ελέγξουν τη φωνή τους. Αυτό είναι τρομερό, έτσι; Ποια είναι τα εργαλεία του ηθοποιού: η φωνή, το σώμα, το πρόσωπο. Δεν μπορεί πια να μας τα κάνει ο Καταλειφός και ο Τσακίρογλου όλα τα κομμάτια απαγγελίας, μεγάλοι άνθρωποι είναι. Τέλος πάντων. Στο 2:43 ακούω κάτι σαν οφ περιγραφή τσουρομαδήματος μεταξύ δύο παικτών σε ρεάλιτι, και μάλιστα η μία είναι κουλτουριάρα και ο άλλος φαβορί. Άλλη φωνή δεν έχει αυτό το παιδί που έκανε την απαγγελία; Μιλάμε για μια από τις πιο συγκλονιστικές ποιητικές εικόνες στη νεώτερη ελληνική ποίηση, ρε παιδιά, είναι σαν να βάλατε εμένα να διαβάσω το Μονόγραμμα (ξέρω ότι γελάτε τώρα όσοι έχετε ακούσει τη φωνή μου).

Τέλος πάντων, αυτά. Μεταλάδες, διασκευάστε τις 'Καμπάνες' τώρα. Ακούστε τη νεκροφιλία και το μουγκρητό που έχουνε μέσα τους, αποδώστε επιτέλους αυτή τη βαλκανική εκδοχή του βαμπίρ, στην οποία οι νεκροί θα μας ελευθερώσουν: Ανάσταση ρεεεεεεεεε. Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: ΗΝΩΜΕΝΑ ΒΟΥΣΤΑΣΙΑ.

Sep 052010
 

Άρθρο από το blog: Γλωσσογραφίες:

Δεν άργησε να αναδημοσιευθεί στα ελληνικά (στο Βήμα της 22ης Αυγούστου 2010) το άρθρο της Christine Kenneally που παρουσιάζει πρόσφατους ισχυρισμούς των Λέβινσον και Έβανς (βασισμένους σε ήδη γνωστά δεδομένα) σχετικά με τη μη ύπαρξη της Καθολικής Γραμματικής, δηλαδή των κοινών δομικών χαρακτηριστικών όλων των ανθρώπινων γλωσσών.

Για να μη μένουν με την απορία οι αναγνώστες της Κ και παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς, η Καθολική Γραμματική ως ένας πυρήνας δομικών αρχών και περιορισμών που διέπουν όλες τις ανθρώπινες γλώσσες εξηγεί με επάρκεια την κατά βάθος ομοιoμορφία των ανθρώπινων γλώσσών. Παράλληλα, η γοητευτική αλλά περιορισμένη ποικιλομορφία τους οφείλεται σε δύο παράγοντες.

Πρώτον, κάποιες αρχές της Καθολικής Γραμματικής (όχι όλες τους) διακρίνονται από μιας μορφής ελαστικότητα: έτσι, όλες ανεξαιρέτως οι ανθρώπινες γλώσσες έχουν δομικού χαρακτήρα κανόνες, όμως μόνο μερικές από αυτές έχουν υποχρεωτικά υποκείμενα στις προτάσεις τους. Δεύτερον, οι γλώσσες διαφέρουνε βεβαίως και εξαιτίας εξωγενών παράγοντων, τους οποίους με θέρμη επικαλούνται οι Λέβινσον και Έβανς και συζητάει η Kenneally στο άρθρο της: π.χ. σε κοινωνίες όπως οι δικές μας στις οποίες οι γενεαλογίες και τα κοινωνικά δίκτυα είναι απλά και περιορισμένα, δεν υπάρχει μονολεκτικός όρος για τα ξαδέρφια εξ αγχιστείας, όπως τα παιδιά αδερφών συννυφάδων.

Προς τι λοιπόν το ενδιαφέρον του άρθρου; Κατ’ αρχήν στο ότι, αν και κακογραμμένο και μπερδεμένο, είναι λιγότερο ανακριβές απ’ ό,τι ένα μέσο άρθρο του επιστημονικού ρεπορτάζ. Αυτό βεβαίως δεν είναι και ιδιαίτερα παρήγορο, αφού το λεγόμενο επιστημονικό ρεπορτάζ αποτελεί παγκοσμίως συνεπή πηγή αφάνταστης διαστρέβλωσης και ενίοτε σουρεαλιστικής παραπληροφόρησης για επιστημονικά ζητήματα – ρωτήστε τους φυσικούς ή τους γιατρούς…

Δεύτερον, τα τελευταία χρόνια έχει γίνει της μόδας να δημοσιεύονται εκτενή άρθρα για τη γλώσσα που διαλαλούν την πτώση της θεωρίας της Καθολικής Γραμματικής, την τελική αναίρεση της θεωρίας της Γενετικής Γραμματικής, τη διάψευση του Τσόμσκυ και άλλα παρόμοια. Το άρθρο της Kenneally εντάσσεται σε αυτήν την τάση. Φυσικά είναι αναγκαίο να αμφισβητούνται επιστημονικές θεωρίες και να επανεξετάζονται οι προβλέψεις και οι ισχυρισμοί τους. Έτσι, οι πρόσφατες προτάσεις του Μάικλ Τομαζέλλο (τον οποίο το Βήμα αναφέρει ως ‘Τομασίνο’) ότι η γλωσσική κατάκτηση των ρηματικών συνόλων μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά ως γενίκευση συγκεκριμένων μοτίβων έδωσε πολύτιμη ώθηση στις γλωσσικές σπουδές.

Αυτό που καταντάει κουραστικό στον χώρο του επιστημονικού ρεπορτάζ γύρω από τη γλώσσα είναι ότι οι συντάκτες του ενδιαφέρονται κυρίως να υπερασπίσουν α πριόρι κάποιες πολιτικές ή ιδεολογικές θέσεις παρά να μιλήσουν για γλωσσολογικές ανακαλύψεις ή θεωρητικές προτάσεις για τη γλώσσα.

Έτσι, ούτε λίγο ούτε πολύ, το επιχείρημα της Kenneally πάει ως εξής: πρέπει να εγκαταλείψουμε τη θεωρία της Καθολικής Γραμματικής γιατί, αν όλες οι γλώσσες διέπονται κατά βάθος από τις ίδιες δομικές αρχές, τότε δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε για τη μαζική εξαφάνιση γλωσσών: όλες ίδιες είναι στο κάτω-κάτω. Οι Λέβινσον και Έβανς είναι μόνο η αφορμή. Βεβαίως, η αντίληψη ότι θα πρέπει να διασώσουμε τις γλώσσες υπό εξαφάνιση μόνον αν αποτελούν ριζικά διαφορετικές λύσεις σε επικοινωνιακά προβλήματα μέσα σε συγκεκριμένα πολιτισμικά συμφραζόμενα, και όχι εάν αποτελούν παραλλαγές σε ένα γενετικά καθορισμένο θέμα, είναι σχεδόν παιδαριώδης. Άλλωστε αναιρείται και από την ίδια τη συντάκτρια στο τέλος του άρθρου της: οφείλουμε να διασώσουμε τις απειλούμενες με εξαφάνιση γλώσσες επειδή κάθε μία από αυτές «περιλαμβάνει ένα ολόκληρο ράφι βιβλιοθήκης με εθνολογικές πληροφορίες το οποίο κινδυνεύει να χαθεί χωρίς ποτέ να μάθουμε τι βιβλία περιείχε».

Στη μνήμη του αγαπητού συναδέλφου Παύλου Παύλου που χάσαμε νεώτατο στις 22 Αυγούστου, χτυπημένο από καρκίνο.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 5ης Σεπτεμβρίου 2010] Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: Γλωσσογραφίες.

Jul 182010
 

Άρθρο από το blog: Γλωσσογραφίες:

Πριν λίγο καιρό η Τίνα Σταύρου των Δρόμων Ζωής μου μιλούσε για το αθόρυβο και ζωτικό έργο της εθελοντικής οργάνωσης, που ασχολείται με τα παιδιά από τη Θράκη που ζουνε στο Γκαζοχώρι. Ενώ συζητούσαμε, μου είπε για μια αξιοσημείωτη αλλαγή που συνέβη στη γειτονιά τα τελευταία χρόνια. Δε μιλάμε φυσικά για τη μετατροπή της γειτονιάς από άβατη φτωχογειτονιά σε μέγα διασκεδαστήριο, αλλά για ένα φαινόμενο πολύ πιο καθοριστικό για τη ζωή των κατοίκων της: ένα φαινόμενο όπου η πολιτική συναντάει τη γλωσσική ανάπτυξη.

Προτού προχωρήσω στην ουσία, μια διευκρίνιση για τους τύπους: η μειονότητα που ζούσε κι ακόμα ζει στο Γκαζοχώρι μιλάει τούρκικα και προέρχεται από τη Θράκη. Αντιλαμβάνομαι ότι από τη δεκαετία του ’80 και μετά γίναμε στην Ελλάδα θιασώτες των τύπων και των διατυπώσεων της συνθήκης της Λωζάννης, οπότε είτε ονομάζουμε τους μειονοτικούς της Θράκης αποκλειστικά «μουσουλμάνους», είτε διυλίζουμε τον κώνωπα σχετικά με την εθνοτική σύνθεση της μειονότητας (κατά το τριμερές σχήμα Τούρκοι-Πομάκοι-Ρομ), είτε καταφεύγουμε σε άλλους πατερναλιστικούς όρους. Θα παραμερίσω όλα τα παραπάνω γιατί συνιστούν μορφές εθελοτυφλίας, γλωσσικής αδικίας ή και γλωσσικής καταστολής (αφου ασκούμε εξουσία σε ό,τι ονομάζουμε μονομερώς).

Όταν λοιπόν το κουλ Γκάζι ήταν απλώς το Γκαζοχώρι, τα μικρά παιδάκια από τη Θράκη μιλούσαν τη μητρική, και γλώσσα της κοινοτητάς τους, τουρκική αλλά και ελληνικά, τα οποία μάθαιναν από τη συναναστροφή τους με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς. Η συναναστροφή αυτή συντελούνταν και στην προσχολική ηλικία, σε μια παιδική χαρά στην οδό Βουτάδων, και στο δημοτικό σχολείο.

Δύο γεγονότα άλλαξαν αυτή την κατάσταση: η παιδική χαρά αντικαταστάθηκε από το αναίτια θηριώδες ορθομαρμαρωμένο μαυσωλείο που λειτουργεί ως ο σταθμός του Κεραμεικού. Έτσι μειώθηκαν δραματικά οι ευκαιρίες κοινωνικής (και άρα γλώσσικής) επαφής με ελληνόφωνα παιδακια. Παράλληλα, τα όρια της περιφερείας του δημοτικού σχολείου στο Γκάζι συρρικνώθηκαν, με αποτέλεσμα οι μαθητές του σχολείου να είναι πια στη συντριπτική πλειοψηφία τους τουρκόπουλα. Έτσι, τα παιδιά του σχολείου έχουνε πια πολύ λιγότερες ώρες επαφής με τα ελληνικά εκτός μαθήματος.

Το αποτέλεσμα είναι ότι τα μικρότερα τουρκόπουλα στο Γκάζι, οι καινούργιες γενιές, μιλάνε πια λιγότερα και ατελέστερα ελληνικά, πράγμα το οποίο επηρεάζει τη σχολική τους επίδοση, πράγμα το οποίο επηρεάζει τις μελλοντικές προοπτικές τους και την κοινωνικοποίησή τους έξω από την κοινότητά τους – με ό,τι αυτά συνεπάγονται.

Στην πράξη λοιπόν βλέπουμε τις συνεπειες ενός εμπειρικά θεμελιωμένου κοινού τόπου στη Γλωσσολογία: κατακτούμε με ευκολία και ευχέρεια (και) τη γλωσσική ποικιλία που μιλούν οι συνομήλικοί μας όταν είμαστε περίπου 4 με 10 ετών. Αυτό είναι χαρακτηριστικό της ανθρώπινης νόησης και βιολογίας: μέσα σε μια κρίσιμη ηλικία εντυπωνόμαστε (και) τη γλωσσική ποικιλία των συνομηλίκων, όχι μόνον των γονέων μας.

Όταν λοιπόν κάποιοι συνομήλικοι αυτών των παιδιών μιλούσαν ελληνικά, τα τουρκόπουλα στο Γκάζι κατακτούσαν τη γλώσσα και γινόντουσαν δίγλωσσα, όπως π.χ. τα παιδιά μεταναστών ανά τον κόσμο, που κατακτούν τη γλώσσα της χώρας υποδοχής ξεπερνώντας τους γονείς τους σε γλωσσική ικανότητα. Λιγότερα ελληνόφωνα παιδιά στον κοινωνικό περίγυρο των παιδιών αυτών στην προσχολική και στην πρώτη σχολική ηλικία συνεπάγεται την αποτυχία τους να κατακτήσουν την ελληνική σε επίπεδο μητρικής ή σχεδόν μητρικής γλώσσας. Τα συμπεράσματα που προκύπτουν είναι προφανή.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 18 Ιουλίου 2010] Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: Γλωσσογραφίες.

Jun 062010
 

Άρθρο από το blog: Γλωσσογραφίες:

Μεγάλωσα στου Γκύζη, το οποίο τις προάλλες είδα γραμμένο ‘Γκύζι’ πάνω στην πινακίδα του λεωφορείου 021. Βγαίνοντας στην Αλεξάνδρας αριστερά πηγαίναμε για Γουδί, το οποίο όμως έγινε Γουδή πριν κάποια χρόνια. Ακόμα και τώρα δεν ξέρω αν πρέπει να γράφω ‘κτήριο’ ή κτίριο’, ‘βρωμάω’ ή ‘βρομάω’. Στην περίπτωσή μου μάλιστα αυτός ο δισταγμός είναι πηγή αμηχανίας, αφού πολλοί θεωρούν εσφαλμένα ότι, ως γλωσσολόγος, θα έπρεπε να είμαι αυθεντία στο θέμα.

Μια στάνταρ απάντηση στο ερώτημα γιατί να υπάρχουν εναλλακτικές ορθογραφήσεις τόσων λέξεων δίνεται περίπου ως εξής: η ελληνική ορθογραφία είναι ιστορική, όπως και η αγγλική ή η ιρλανδική. Έτσι, γράφοντας τα ελληνικά, αποδίδουμε το πώς προφερόταν η γλώσσα πριν από αιώνες, εξού κι ότι έχουμε τόσους τρόπους να αποδίδουμε τον φθόγγο ‘ι’, κ.ο.κ. Η χρήση ιστορικής ορθογραφίας πάντως δεν είναι άσκηση εφαρμοσμένης αρχαιογνωσίας: σε μια γλώσσα με πλούσια μορφολογία, όπως η δική μας, η ιστορική ορθογράφηση διευκολύνει τον αναγνώστη λ.χ. να ξεχωρίζει με το μάτι το ‘τείχη’ από το ‘τοίχοι’, το ‘τύχη’ και το ‘τύχει’.

Η απάντηση στο ερώτημα γιατί να υπάρχει τόσο εκτενής ορθογραφική πολυτυπία συνεχίζει ως εξής: η ιστορική ορθογράφηση εγκιβωτίζει την ιστορία μιας λέξης, την ετυμολογία της. Έτσι, όταν εμπλουτίζεται ή διορθώνεται η επιστημονική γνώση, όταν π.χ. ανακαλύψουμε πώς η ‘ελαία’ έγινε ‘ελιά’ (κι όχι ‘εληά’) ή πώς ετυμολογείται το ρήμα ‘γλίτωνω’ (κι όχι ‘γλυτώνω’), τότε πρέπει να αλλάζει και η ορθογράφηση της λέξης – όπως στα παραδείγματα που μόλις παρέθεσα. Γι’ αυτό προκύπτει πολυτυπία.

Ωστόσο, πρέπει να γίνουν κάποιες διευκρινίσεις στα παραπάνω. Το πρώτο είναι προφανές: η ορθογράφηση μιας λέξης δεν είναι μόνο θέμα ετυμολογίας, είναι και θέμα κάποιων συμβατικών επιλογών. Πολύ χοντρικά, αποδίδουμε γραπτώς την ελληνική όπως προφερόταν στην ύστερη κλασσική εποχή – ούτε νωρίτερα, ούτε αργότερα, ενώ η αγγλική ορθογραφία είναι εικόνα του πώς προφερόταν η γλώσσα τον 15ο αιώνα. Επίσης, πάντοτε αποδίδουμε τον φθόγγο ‘j’ με ‘γι’, έστω κι αν ετυμολογικά το ‘γ’ εκείνο δε δικαιολογείται, όπως στη λέξη ‘γυαλί’ (δε γράφουμε ‘υαλί’) ή ‘γιαούρτι’. Με άλλα λόγια: και η πιο συνεπής ιστορική ορθογραφία εμπεριέχει ένα βαθμό συμβατικότητας που εξασφαλίζει την ομοιομορφία της γραπτής έκφρασης.

Πολλές φορές μάλιστα η σύμβαση καταστρατηγεί την ετυμολογία. Ένα γνωστό παράδειγμα είναι και το εξής: η λέξη ‘χρέος’ στα αγγλικά γραφόταν ‘dette’, αφού προέρχεται από την αντίστοιχη γαλλική (υπενθυμίζω ότι για δυόμισυ αιώνες επίσημη γλώσσα της Αγγλίας ήτανε τα γαλλικά). Το 1755 όμως ο Σάμιουελ Τζόνσον εκδίδει ένα μνημειώδες λεξικό της αγγλικής, με το οποίο σκόπευε να αποκαθάρει, να νομοθετήσει και να διορθώσει (κατά τις διακηρύξεις του) την αγγλική γλώσσα. Στο λεξικό του πρότεινε πολλες νέες ορθογραφήσεις λέξεων, οι οποίες θα απηχούσαν την ορθή ετυμολογία τους. Οι περισσότερες καθιερώθηκαν. Στην περίπτωση του ‘dette’ ο Τζόνσον πρότεινε το ‘debt’, με b, παρετυμολογώντας τη λέξη από το λατινικό ‘debitum’.

Κατόπιν έγινε αντιληπτό ότι ο τύπος ‘debt’ ήταν κάθε άλλο παρά ετυμολογικά ακριβής. Ωστόσο ο λανθασμένος αυτός τύπος κωδικοποιήθηκε και παρέμεινε μέχρι τις μέρες μας. Νομίζω ότι αυτό το παράδειγμα σκιαγραφεί το γεγονός ότι οι ορθογραφικές συμβάσεις ούτε μπορούν ούτε επιβάλλεται να ακολουθούνε συστηματικά και κατά πόδας την ετυμολογική έρευνα και τις εξελίξεις στην ιστορική γλωσσολογία. Ναι μεν η γραφή είναι ένα συμβατικό σύστημα που παρασιτεί πάνω στη φυσική γλώσσα και την αποδίδει οπτικά. Ταυτόχρονα όμως η ίδια η γραφή έχει τεράστια πολιτισμική αλλά και κοινωνική αξία και νομίζω ότι τελικά το ζητούμενο είναι να λειτουργεί ομαλά και να είναι προσιτή σε όλους.

Έτσι, ακόμα και για μια γλώσσα που ορθογραφείται ιστορικώς, η ετυμολογική πιστότητα και η ιστορική ακρίβεια δεν μπορούν να αποτελούν βασική προτεραιότητα, όταν μάλιστα το εγγράμματο μέρος του πληθυσμού είναι εξοικειωμένο με συγκεκριμένα οπτικά ινδάλματα για την τάδε ή τη δείνα λέξη. Πολλές φορές είναι καλύτερα να αφήνει κανείς το αυγό και το αυτί ως έχουν, κι ας μην έχει καμμιά θέση το ύψιλον μέσα τους, ετυμολογικά μιλώντας.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής της 6ης Ιουνίου 2010] Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: Γλωσσογραφίες.

Mar 282010
 

Άρθρο από το blog: Γλωσσογραφίες:

Την προηγούμενη φορά, ξεκινώντας από την παραδοχή μου ότι δεν πρόκειται να μάθω τούρκικα, αναρωτηθήκαμε γιατί οι ενήλικες είναι τόσο κατώτεροι από τα νήπια στη γλωσσική κατάκτηση, κάτι που χαρακτήρισα παράδοξο.

Για να κατανοήσουμε αυτό το παράδοξο, πρέπει να μην αντιμετωπίζουμε τη γλωσσική κατάκτηση ως κλασσική μάθηση. Πράγματι οι ενήλικοι είναι καλύτεροι στο να αποστηθίζουν, να μαθαίνουν κανόνες παιχνιδιών, ιστορία, πώς να συναλλάσσονται με υπηρεσίες κτλ. Η γλώσσα όμως δε μαθαίνεται με αυτόν τον τρόπο, παρά αναπτύσσεται στον άνθρωπο περίπου όπως το περπάτημα ή η σεξουαλική συμπεριφορά. Και οι τρεις είναι εξαιρετικά σύνθετες συμπεριφορές, οι οποίες αποτελούν προϊόν αλληλεπίδρασης μεταξύ βιολογικής ανάπτυξης (ωρίμασης) και κοινωνικού περιβάλλοντος. Η ανάπτυξή και των τριών είναι αναπόφευκτη, καθορίζεται από συγκεκριμένα περιβαλλοντικά ερεθίσματα, ενώ συντελείται μέσα σε καθορισμένο χρονικό πλαίσιο.

Μενοντας στη γλώσσα, τα ανθρώπινα όντα μεταξύ της γέννησης και πάνω-κάτω του τέταρτου έτους της ηλικίας τους έχουν ενεργή τη βιολογική προδιάθεση να αναπτύξουν γλώσσα, η οποία μετά το έκτο έτος σιγά-σιγά ατονεί, για να σβήσει μέχρι την ενηλικίωση. Κατά την «κρίσιμη περίοδο» αυτή, το παιδί θα απορροφήσει σα σφουγγάρι τη γλώσσα (ή γλώσσες) του περίγυρού του, χωρίς να έχει ανάγκη διδασκαλίας ή ειδικής εξάσκησης: έτσι, αν μεγαλώσει στο Τόκυο, η γλωσσική του ικανότητα θα ‘μεταφραστεί’ σε γιαπωνέζικα, κ.ο.κ.

Η γλωσσική μας ικανότητα παγιώνεται λοιπόν ως μία ή περισσότερες γλώσσες μέχρι το πέρας της κρίσιμης περιόδου. Μετά από εκείνη την ηλικία, η γλωσσική ανάπτυξη, η εκμάθηση δηλαδή μιας «ξένης» γλώσσας, παίρνει ποιοτικά διαφορετικό χαρακτήρα και καθίσταται δυσχερέστερη. Η φωνολογία (δηλαδή η γραμματική των φθόγγων) της μητρικής μας γλώσσας περιορίζει πλέον τις αρθρωτικές και τις αντιληπτικές μας ικανότητες: γι’ αυτό λ.χ. δυσκολευόμαστε στη διάκριση μακρού-βραχέος ι στα ‘sheep’—‘ship’ της αγγλικής. Η μορφολογία (η γραμματική του σχηματισμού λέξεων) της μητρικής μας γλώσσας μάς εμποδίζει να χειριστούμε και να αναλύσουμε ξένες λέξεις με γραμματικά χαρακτηριστικά που δεν απαντούν σε αυτή: έτσι οι ομιλητές της ρωσικής (που δεν έχει οριστικό άρθρο) δυσκολεύονται με τα άρθρα ενώ της τουρκικής (που δεν έχει γραμματικό γένος) με το γραμματικό γένος των ελληνικών. Τέλος, η σύνταξη (η γραμματική του σχηματισμού προτάσεων) επηρεάζει και την κατανόηση αλλά και την παραγωγή προτάσεων σε ξένες γλώσσες: χαρακτηριστικά, ακόμα και προχωρημένοι ελληνόφωνοι ομιλητές της αγγλικής ως ξένης γλώσσας, σχηματίζουν ερωτήσεις χωρίς την αντιστροφή του βοηθητικού, λέγοντας “We can go now?” αντί για “Can we go now?”. Και ούτω καθεξής.

Ένα εύλογο ερώτημα είναι γιατί χρειαζόμαστε ενδιάθετους γλωσσικούς κανόνες για να περιγράψουμε τη διαδικασία της γλωσσικής κατάκτησης. Γιατί, λόγου χάρη, δεν μπορούμε να πούμε ότι μαθαίνουμε τη γλώσσα κάνοντας γενικεύσεις με βάση τη γλώσσα που ακούμε ως μικροί ομιλητές; Άλλωστε, μεγάλο μέρος της κλασσικής μάθησης βασίζεται στην αναλογία και στη γενίκευση: έτσι, αν έχουμε χρησιμοποιήσει κινητό τηλέφωνο, ίσως μπορούμε αναλογικά να χειριστούμε και συσκευές που δεν έχουμε ξαναχρησιμοποιήσει.

Η γλώσσα όμως δε δουλεύει έτσι, μέσω γενίκευσης και αναλογίας. Αναλύοντας χιλιάδες γλωσσικά φαινόμενα σε εκατοντάδες γλώσσες, πάντοτε αναγκαζόμαστε να υποθέσουμε μάλλον σύνθετους κι εξειδικευμένους κανόνες, ακόμα και σε περιπτώσεις φαινομενικά απλών γραμματικών δομών. Οι αναλογικές γενικεύσεις πάντοτε αποτυγχάνουν – όπως άλλωστε ξέρουμε όλοι όσοι προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε «απλά» ένα γραμματικό φαινόμενο.

Τα παραπάνω μόλις αρχίζουν να σκιαγραφούνε μια παραγνωρισμένη αλήθεια: η γλωσσική ικανότητα, κληρονομιά του καθενός από εμάς, αναλφάβητου ή μορφωμένου, είναι σαφώς συνθετότερη από όσο νομίζουμε.

[Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, στη στήλη Εξ Αφορμής, της 28ης Μαρτίου 2010] Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: Γλωσσογραφίες.