Translate this Page

CypriotBlogs για το Android

Scan this
qrcode

Candy Candy

Nov 042010
 

Άρθρο από το blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...":


Κακοήθειες ανθρώπων, κακοήθειες κυττάρων - Καταστροφή, αυτοκαταστροφή…κατά-στροφή, από-στροφή. Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...".

Apr 152010
 

Άρθρο από το blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...":

Κάποτε τρέμουν τα σιέρκα μου που την εξάντληση, την κούραση ή την καφεΐνη. Τρώω τίποτε ή πέφτω τζιαι τζοιμούμαι τζιαι έτσι περνά μου. Κάποτε όμως που τρέμουν επειδή τρέμει πρώτα η καρθκιά μου, με το φαί τα πιάνει με ο ύπνος… Ανάθεμαν την που φακκά, καλή της ώρα… τζ’ άπου την αντέξει άντεξε. Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...".

Apr 012010
 

Άρθρο από το blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...":

Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...".

Jan 222010
 

Άρθρο από το blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...":

Σαν ψάρι…γοργόνα στο ιδιωτικό μου ενυδρείο. Άκουγα αλλά δεν μίλαγα. Παρακολουθούσα και μάθαινα. Ο χρόνος πέρασε και η γυάλα άνοιξε, χύθηκε σαν ποτάμι και βρέθηκα έξω. Περνώντας άγγιζα στις όχθες της, ευχαριστώντας την που με κράτησε τόσους μήνες. Ο πόνος που της προκάλεσα μ’ έμοιαζε σαν εκδίκηση για το ότι με έδιωχνε από πάνω της. Μας έδεσε όμως για πάντα. Μετέτρεψε το πρώτο της ένστικτο σε προαίσθημα και σε μιαν ανεξήγητη και ανεξάντλητη αγάπη. Εκεί όπου ο χρόνος ξεκίνα να μετρά αντίστροφα, τα πλάσματα αποκτούν ζωή…Ανάποδος αλήθεια ετούτος ο κόσμος.
Τα μάτια και τ’ αφτιά μαθαίνουν την τέχνη των σχοινιών. Πως να λύνουν και να δένουν, για να μπορέσουν σε χρόνο ανύποπτο να ελευθερώσουν τη γλώσσα που βρίσκεται δεμένη στην άγνοια. Πρώτα με άναρθρες κραυγές που όταν πήραν σχήμα έγιναν λέξεις, προσπάθησα να επικοινωνήσω με τους γύρο μου. Η κοινή γλώσσα επιτυγχάνει το σκοπό, μου είπαν. Δεν τα κατάφερα. Που ήταν το λάθος; Στην εκφορά; Ειλικρίνεια άκουσα μετά, αυτό χρειάζεται ο λόγος για να επικοινωνήσεις. Την έψαξα. Βρήκα έννοιες. Σκάψε, με παρότρυναν…είναι που όταν πάρουν μορφή, δυσκολεύουν στην αφή. Έσκυψα και ξεκίνησα. Κουράστηκα και γύρισα να πάρω ανάσα…τότε ήταν που μου βγήκε ξανά εκείνη η άναρθρη κραυγή… Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...".

Dec 282009
 

Άρθρο από το blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...":


…Οι ταινίες εν βγαλμένες που τη ζωή ή η ζωή μερικές φορές γίνεται όπως τα έργα;; Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...".

Dec 092009
 

Άρθρο από το blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...":

Σε μια προηγούμενη μετεμψύχωση, που λένε και οι ειδικοί, πρέπει να είχα έρτει ως Αθηναία. Μάλιστα ποτζείνες τις πολλά κλασικές…θα έμενα σε ένα “μεγάλο, ευάερο, ευήλιο, διαμπερές” διαμέρισμα, κάπου στο κέντρο της πόλης. Θα στοίβαζα μέσα στα τετραγωνικά του ούλλες μου τις αναμνήσεις-άυλες τζιαι υλικές-τζιαι θα έκαμνα το μπαλκόνι μου (που σαφώς θα είχα καλύψει με πορτοκαλιά ή πράσινη τέντα) αιωρούμενο Αμαζόνιο, πίσω από κάποιαν πλατεία που την κατουρούν οι περαστικοί, την χέζουν τα περιστέρια τζιαι την κατοικούν τα αδέσποτα. Θα αγαπούσα την πόλη με ένα αρρωστημένο μίσος. Ίσως όμως να είχα σπάσει το κατεστημένο του “είμαι περήφανη για την μακρά της ιστορία τζιαι τον πολιτισμό” μόνο στα λόγια τζιαι από ανωμαλία θα είχα ανέβει πολλές φορές στον ιερό βράχο της Ακρόπολης, χωρίς να περιορίζομαι θαυμάζοντας την από κάποια καφετέρια στο Θησείο. Ίσως φυσικά να μην είχα έρτει στην σύγχρονη παρά στην Αρχαία Αθήνα γιατί τώρα που το σκέφτομαι τρέφω έναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία τζιαι μια συμπάθια προς τα σανδάλια…
Με την πρώτη μου επίσκεψη πριν από 15 χρόνια(τα χρόνια περνούν μαμαααααά!!) ένιωσα σαν στο σπίτι μου (εδώ κολλά η μετεμψύχωση που λέγαμε). Αποφάσισα πως σε τούτο τον τόπο θα γυρνούσα για να ζήσω περισσότερο. Εφτά χρόνια...Σπουδές, ζωή τζιαι κότα γενικότερα...αγαπηθήκαμε τζιαι μισηθήκαμε όσο μας χρειαζόταν τζιαι όσο μας άξιζε. Θυμάμαι που διάβασα από τον Marquez πως ο άνθρωπος δημιουργεί ρίζες σε ένα τόπο με το που θάψει στη γη εκείνη κάποιον δικό του, έτσι γίνεται ο τόπος του. Συμφώνησα αλλά πάντα αναρωτιόμουν πια η σύνδεση σου με τον τόπο που δημιουργείς αναμνήσεις, ποτζείνες που τις κουβαλάς μια ζωή;
Ο χρόνος τζιαι ο καιρός έφεραν άλλα- διάφορα, διαφορετικά, ακραία-τζιαι η σχέση των δυο μας αναπτύσσεται αλλιώς, βρίσκοντας με να την επισκέπτομαι από τον προηγούμενο Ιούνιο σχεδόν μήνα παρά μήνα. Λέω να κάμω το τελευταίο ταξίδι του κύκλου τούτου τζιαι ο καλύτερος τρόπος να δημιουργείς καινούργιες αναμνήσεις εν το να βάλεις τζιάλους μέσα σε τζείνα που ζεις. Θα πάρω μαζί πέραν από τη πολυταξιδεμένη μου βαλίτσα τζιαι μια πολλά καλή φίλη με την οποία δεν έτυχε να ξαναταξιδέψουμε έξω από τα χωρικά υδάτα της νήσου. Απορώ πως θα αντιλαμβάνομαι τούτη την πόλη μετά από χρόνια…πέραν από τον ενθουσιασμό της ιδέας εν το μόνο που σκέφτουμαι σήμερα.
Εσείς που με πεθυμήσετε τζιαι με περιμένετε: Έρκουμαι! ActionWoman κάμε βαλίτσα γιατί όσο τζιαι προλαβαίνεις! Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...".

Dec 062009
 

Άρθρο από το blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...":

Λες τζιαι αξιώθηκα να μεγαλώσω για να καταλάβω τζιαι να ζω όσα άκουα που μιτσιά να λεν οι μεγάλοι. Λες τζιαι μου έδωσαν παραγγελιά να κάμω, να πάθω τζιαι να μάθω. Τότε που ήξερα να κλαίω φανερά τζιαι που με ένα νίψιμο τζιαι μιαν αγκαλιά τέλειωναν όλα.
Ύστερα μαθαίνεις να γίνεσαι μεγάλος τζιαι το έξω γίνεται μέσα. Ζώντας στο εσωτερικό σου αντιλαμβάνεσαι πως δεν είσαι τζιαι τόσο όμορφος όσο είναι η εικόνα σου, αλλά βλέπεις καθαρά πως λειτουργείς τζιαι πως καταφέρνεις να υπάρχεις. Αν όμως πεις να κλάψεις η αλμύρα των νερών σου όσο τζιαι να προσπαθήσεις δεν φέρνει την κάθαρση που κατάφερνες κάποτε τζιαμέ έξω, αλλά κάθεται όπου είσαι ανοιχτός τζιαι ξυπνά τα όσα νανουρίζεις κάπου μέσα σου.
Καμιά φορά θέλω να φωνάξω δυνατά. Ίσως ο αντίλαλος που θα καταφέρω να με κάμει να σπάσω τζιαι να ξαναβρεθώ έξω. Θυμούμαι ήταν όμορφα…


-------------------------------------------------------------------------------


Ήμουν κοντά του σήμερα…στον πραγματικό κόσμο…μετρώντας χιλιομετρικά. Από ώρα ένιωθα την ενέργεια του. Η οικειότητα από την για χρόνια παρουσία μου σε τούτο το μέρος γινόταν ξαφνικά εμπόδιο στην καλή μου λειτουργία. Αποχώρησα. Στον δρόμο τον είδα. Δεν είμαι σίγουρη αν ήταν αλήθεια ή αν απλά η τρισδιάστατη ανάμνηση του με κάμνει να βλέπω φαντάσματα. Ήθελα να του μιλήσω αλλά δεν ήξερα τι να πω…Έφυγα. Μετάνιωσα…Ένιωσα πως ήθελα να κλάψω, φανερά…δεν τα κατάφερα. Θυμήθηκα πως τώρα είμαι μεγάλη. Πόνεσα…έτσι νόμισα πως σήμερα θα καταφέρω να φωνάξω τόσο όσο χρειάζεται για να σπάσω. Αν τρομάξει; Σιώπησα. Κάμνω πως δεν συμβαίνει τίποτε τζιαι απομακρύνομαι…χιλιομετρικά…

----------------------------------------------------------------------------

Ξημερώνει. Ξέρω…θα διαχωρίσω και πάλι λογικά. Κρίμα. Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...".

Nov 152009
 

Άρθρο από το blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...":

Οι τσακισμένες του σελίδες προδίδουν τις πολλές αναγνώσεις, τα βαθιά ανοίγματα της ράχης του σε αρκετά σημεία την διαφορετική εστίαση της κάθε μιας που τζείνες τζιαι ο χρόνος που μένει κλειστό στην συνέχεια μέσα στα χέρια μου τα πολλά τζιαι διαφορετικά συναισθήματα που μου προκαλεί τζιαι που μ’αφήνει…Η σκέψη ξέρει που μόνη της τον προορισμό που κάποιες φορές προδίδεται τζιαι τζείνος τζιαι άλλες καταφέρνει να χωστεί. Ένα από τα ωραιότερα που γράφτηκαν ποτέ…Μονόγραμμα(Ο. Ελύτης).

Θα πενθώ πάντα - μ’ ακούς; - για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο.
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
ΙΙ.
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια.
Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα "πίστεψέ με" και τα "μη"
Μια στον αέρα , μια στη μουσική
Τα δυό μικρά ζώα, τα χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’ τις ξερολιθιές, πίσω απ’ τούς φράχτες
Την ανεμώνα πού κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμες τρείς φορές το μωβ τρείς μέρες πάνω απο τους καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα πού βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο πού άγγιξα και μού ήρθε ο κόσμος.
ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά -κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μες από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες πού ασημίζουνε
Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το "τί" και το "έ"
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φώς κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεγμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ και σ’αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.
ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς
Το χαμένο μου το αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι πού τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Είμ’εγώ, μ’ακούς
Σ’αγαπώ, μ’ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ακούς
Που μ’αφήνεις, πού πας και ποιός, μ’ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τούς κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιανές και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα ’ρθει μέρα, μ’ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν περώματα, μ’ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα ένα, μ’ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ακούς
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί, μ’ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και μ’ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δεν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς, μ’ακούς
Σ’άλλη γη, σ’άλλο αστέρι, μ’ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από το μόνο θέλημα της αγάπης, μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιός μιλεί στα νερά και ποιός κλαίει - ακούς;
Είμ’ εγώ πού φωνάζω κι είμ’ εγώ πού κλαίω, μ’ακούς
Σ’αγαπώ, σ’αγαπώ, μ’ακούς.
V.
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ’ αντάρτες απόμαχους
Από τι να’ ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου να ’ρθω
Που δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ’ αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ’ όλα το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ’ άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα, ούτε η γερόντισσα μ’όλα της τα βοτάνια
Για σένα μόνο εγώ, μπορεί, και η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.
VI.
Έχω δει πολλά και η γη μες’ απ’ το νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά της θάλασσας
Έτσι σ’ έχω κοιτάξει που μου αρκεί
Να’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στο αυλάκι που το πέρασμα σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί
Και να παίζει με τ’άσπρο και το κυανό η ψυχή μου !
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολόγια και το γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί
Μόνος και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ’ ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς τον Παράδεισο !
VII.
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο. Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...".

Nov 062009
 

Άρθρο από το blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...":

Μέσα στον μικρό εσωτερικό χώρο του αυτοκινήτου γίνομαι για άλλη μια φορά ο μόνος θεατής ενός καλού, ως προς την ερμηνεία, μονόλογου. Μιλά ακατάπαυστα, σχεδόν αναπαριστά τη σκέψη τζιαι το συναίσθημα του. Προσπαθώ να τον παρακολουθήσω τζιαι όχι μόνο να τον ακούω. Οδηγώ όμως τζιαι τούτο εν δύσκολο. Βρίσκω πολλά ενδιαφέρον αυτή του τη στιγμή. Περνά του. Θα μου πεις δουλειά του… Μερικές φορές μπαίνω στον πειρασμό να σκέφτομαι πως ίσως δεν είναι ποτέ αληθινός, μπας τζιαι πάντα εν σε ρόλο. Κάτι θα κάμει όμως κάθε φορά για να μου ανατρέψει εν αγνοία του τούτη μου την αμφιβολία. Δεν ζητώ όμως που τζείνον επιβεβαίωση…από κανέναν πλέον. Έμαθα να το χειρίζομαι τζιαι τούτο μόνη μου.
Τον διακόπτω. Αποφασίζω να το κάνουμε διάλογο. Αναφέρω πως νοιώθω σαν να είμαι σε αναμονή εδώ τζιαι αρκετό καιρό αλλά δεν έχω ιδέα καν τι περιμένω…Δεν αντιδρά για την παρέμβαση. Συμφωνεί. Λέει πως έβαλα λόγια στη σκέψη του. Μα τούτο προσπαθούσε να πει τόσην ώρα;…ήντα η Πάφος πέφτει πιο κοντά. Εκνευρίζεται που τη διαπίστωση τζιαι της δικής του αναμονής. Λέω υπομονή τζιαι προσπαθώ να του ξε-καθαρίσω την εικόνα. Νομίζω κάτι άρχισε να βλέπει…Ο άντρας λεν πως μιλά τζιαι αναζητά λύση, η γυναίκα μιλά γιατί εν απλά μουρμούρα. Ίσως κατά κάποιο τρόπο να εν αλήθκεια.
Κόκκινο φανάρι τζιαι σταματώ. Καταφέρνω να τον δω. Σκέφτομαι πως τούτο το πράγμα εν απλά μισό. Μισογεμάτο, μισοάδειο, μισοτελειωμένο, μισάνοιχτο, μισοφαγωμένο, μισό…μισώ το μισό. Μερικές φορές μισώ τον μαζί με το μισό του, τζείνο της παρουσίας, της απουσίας, του συναισθήματος, του λόγου, της φύσης τζιαι της συμπεριφοράς του…Μισώ τζιαι το δικό μου μισό που πάντα μόνο τζείνο καταφέρνει να κερδίσει.
Διάλογος off…βυθίζομαι στα δικά μου…Μονόλογος on. Θυμούμαι που έγραφα προχτές-κάπου-πως τα γεγονότα από μόνα τους δεν καθορίζουν πάντα την εξέλιξη των πραγμάτων. Η αντικειμενική πτυχή μιας δεδομένης κατάστασης ή ακόμα τζιαι ενός συμβάντος θυσιάζεται στο βωμό της υποκειμενικής αντιμετώπισης, των προσωπικών αντιλήψεων τζιαι των αναγκών του ανθρώπου.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει τζιαι με την μνήμη…Τούτη που μου κρατά άλλο ένα κομμάτι τζιαι που φορές τείνω να την μισώ επίσης. Η μνήμη...που με τον καιρό ανασκευάζεται. Η αλήθκεια των γεγονότων καθίσταται ζήτημα προσωπικής τζιαι διαφορετικής αντίληψης που τον καθένα...πάντα! Ο χρόνος υποβοηθά, αναγκάζει ή οδηγεί στο να προσδίδεται διαφορετική ερμηνεία, πέρα που την πρώτη…την αυθεντική. Η εσωτερική ανάγκη του πλασμάτου, όποια τζιαι αν είναι κάθε φορά, κατευθύνει, διαστρεβλώνει τζιαι δημιουργεί καινούργια ανάμνηση. Όσα υπάρχουν ακόμα νωπά δημιουργούν μια συνέχεια για να σου παρέχουν τη δυνατότητα, να ανασύρεις το πληροφοριακό υλικό που τελικά θα επιλέξεις να κρατήσεις-αφού αποφασίζεις πως μόνο τζείνο χρειάζεσαι- τζιαι το οποίο θα ονομάσεις εμπειρία. Τα δύσκολα ή τα επώδυνα θα τα σύρεις στη λήθη ή εάν δεν τα καταφέρεις απλά θα τα εξωραΐσεις. Εύκολο; Χμ…ίσως όχι δύσκολο.
.......
Εξακολουθεί να μιλά…παρακολουθώ τον αλλά δεν τον ακούω. Ο εσωτερικός μου θόρυβος υπερισχύει του δικού του. Ίσως κάποιαν άλλη φορά να ένιωθα ενοχές που δεν είμαι πραγματικά δαμέ. Τωρά όχι. Ίσως εν ένας τρόπος τιμωρίας από μέρους μου για το ότι θα φύγει πάλε. Καταλαβαίνει πως είμαι στον κόσμο μου τζιαι σιωπά. Μετά μιλά: Είσαι αλλού; Ουου…Χρόνια τώρα-τόπους τόπους-είμαι μόνον αλλού, Πε μου που, άλλωστε είμαστε φίλοι. Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...".

Oct 282009
 

Άρθρο από το blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...":

Λαμβάνω, ανοίγω, διαβάζω: Βαρέθηκα! Μια ζωή θα το κάμνω τούτο; Όλο δάκτυλα στα πλήκτρα του πιάνου. Περιμένω πέρκι βρέξει να δω τζιαι να ακούσω κάτι διαφορετικό. Απαντώ: Και εδώ μια από τα ίδια…δάκτυλα σε διαφορετικά πλήκτρα, σε τούτα που αντί ήχου παράγουν γράμματα τζιαι λέξεις σε ένα εικονικό χαρτί. Δεν είμαι καν σίγουρη αν ο ήχος που παράγουν εν μελωδικός. Ξέρω μόνο τι λέγεται για τον ήχο των λέξεων, αν εν καλός, αλλά μελωδικός;; Δεν σκέφτηκα να ρωτήσω…ζατίν ούλλο μισές δουλειές κάμνω. Τα μόνα ολοκληρωμένα πράματα που αφήνω πίσω εν τα κείμενα μου…τζιαι τζείνα με κόπο.
Τα αγαθά κόποις κτώνται…τζιαι που την άλλη ότι σου χαρίζεται εύκολα, δύσκολα το εκτιμάς. Την σκέφτομαι να κάθετε μπροστά στο πιάνο, να διδάσκει τζιαι ο νους της να τρέχει αλλού…να ψάχνει μες στην παρτιτούρα να βρει ποιο ήταν το σημείο που χάθηκε, τζιαμέ όπου έκαμε το λάθος…το λάθος της. Δεν ξέρω αν τούτο συμβαίνει στ’ αλήθκεια. Ίσως εν γέννημα τζιαι τούτο του νου μου. Μοιάζουμε πολλά όμως οι θκύο μας τζιαι έτσι γνωρίζω καλά το αγκάθι τζείνο που σε σπρώχνει να ψάχνεις παντού τα γιατί. Άρπαξα τζιαι εγώ μια τσιμπιά τζιαι που τότε χάνομαι μέσα στα γραφτά, δικά μου τζιαι των άλλων σε μιαν απεγνωσμένη προσπάθεια να δω…
Απορώ…Άραγε ούλλα τούτα που ζούμε τωρά τζιαι για τα οποία κοπιάσαμε εν τα αγαθά; Γιατί αν τούτα είναι…εξίκκο σου. Πρώτα ήταν τα λάβαρα υψωμένα τζιαι παρελαύνοντας τσατίζαμε συνθήματα. Χρειάζονται πάντα για να νιώθεις την ηθική ανύψωση που θα σπρώξει τα πόθκια σου να κάμνεις ένα βήμα τη φορά. Τελευταία που τούτα βάρυναν, σιωπήσαμε λιο τζιαι οι θκυό. Συνειδητοποιώ το, μιαν εγώ τζιαι μιαν τζείνη κάθε φορά που κάποιος θα αντινάξει λίη που τη σκόνη που έκατσε πάνω τους τζιαι θα τσούξει τη ψυσιή μας. Τίποτε όμως δεν τρέσιει που τις κόγχες του καθρέφτη της τζιαι ούλλα μπαζώνονται τζιαμέ. Πόσους τόνους νερό να σηκώνουν άραγε ακόμα; Γέλια… σωτήριο χάϊδεμα κάθε φορά για να μπορεί να αντέχει.
Μια που τις μεγαλύτερες μου φοβίες ήταν κάποτε-αν αξιωθώ τζιαι γεράσω μιαν μέρα- να μην κοιτάξω κάτω, στα χρόνια τζείνα που πάνω τους θα κάθουμαι, σαν χορτασμένη γριά βασίλισσα στο θρόνο του “Π” μου, τζιαι καταλάβω πως κάπου έκαμα ένα μεγάλο λάθος ή για κάτι μετανιώσω πολλά. Τώρα όμως σκέφτομαι μήπως τζιαι πρέπει να αναθεωρήσω, γιατί τούτο ίσως το έκαμα ήδη πριν καν αποκτήσω τις πρώτες μου βαθκιές ρυτίδες.
Φοβάμαι να της μιλώ πάντα γιατί δεν θέλω να την απογοητεύσω. Τίποτε όμως δεν μπορώ να της κρύψω γιατί είναι ένα κομμάτι δικό μου, χρόνια τώρα…ακόμα τζιαι τότε που οι εφηβικοί τζιαι νεανικοί εγωισμοί εκάμναν την απουσία της να φαντάζει ανώδυνη…τότε που ανυπομονούσαμε να περάσουν τα χρόνια, για να φτάσουμε στο σημείο που θα τα θέλαμε να γυρίσουν πάλε πίσω.
Κρατώ την τζιαι της λέω πως όλα γίνονται για κάποιο λόγο που μόλις τον αναγνωρίσουμε όλα θα είναι πλέον καθαρά. Το ίδιο κάμνει τζιαι τζείνη για μένα. Άρχισα να αποκτώ καινούργια φοβία…μήπως τη μέρα που θα κάθουμαι αθκιασερή στο θρόνο των χρόνων καταλάβω πως μας έστησε τελικά τζιαι τότε τι θα της πω…;; Δείτε το αυθεντικό άρθρο στο blog: "...όπου να'ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο...".